Οι δρόμοι του Ολυμπιακού και του Τζος Τσίλντρες χώρισαν κι επισήμως, με τον Αμερικάνο να επιστρέφει εκεί που πραγματικά ανήκει, σε μία πολύ καλή ομάδα του ΝΒΑ όπως είναι οι Φίνιξ Σανς. Η αλήθεια είναι ότι θα μας λείψει αυτός ο τύπος με το άφρο μαλί, τον υψηλό δείκτη νοημοσύνης, τους καλούς τρόπους, την θέληση για σκληρή δουλειά και φυσικά τα αξεπέραστα φυσικά του προσόντα. Όταν η αποστολή του Ολυμπιακού έφευγε για το φάιναλ φορ στο Παρίσι έπεσα πάνω στον Μίλαν Τόμιτς με τον οποίο μας συνδέουν σχεδόν δύο δεκαετίες φιλίας. Εκείνη την ώρα περνά μπροστά μας ο Τζος Τσίλντρες. Χαιρετά και απομακρύνεται. Ο Τόμιτς, που έχει δει τα πάντα στον Ολυμπιακό ως παίκτης, ως παίκτης-προπονητής και πλέον ως βοηθός (από του χρόνου και τιμ μάνατζερ), γύρισε και μου είπε: “Τόσα χρόνια στον Ολυμπιακό δεν θυμάμαι κανέναν άλλον να ήταν τόσο καλό παιδί, ιδανικός συμπαίκτης και να δουλεύει τόσο πολύ σκληρά. Είναι πρότυπο”. ”Να είχε και σουτ και θα ήταν σούπερ”, του προσέθεσα για να πάρω πληρωμένη απάντηση: “Δουλεύει τόσο πολύ στο σουτ που είναι θέμα χρόνου να βρει την αυτοπεποίθησή του και να τα “στάζει” από παντού”. Ο Τόμιτς δικαιώθηκε γιατί ο Τσίλντρες στο 3ο ματς της σειράς των τελικών της Α1 με τον Παναθηναϊκό τα “έσταζε” από παντού. Απλά τα 4 τρίποντα (στις 8 προσπάθειες) που σημείωσε αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αρκετά.
Ο Τζος λοιπόν, κουβαλούσε στις αποσκευές του μία διαφορετική κουλτούρα στα αποδυτήρια του ΣΕΦ. Την οποία αν είχαν ασπαστεί ή αν το κάνουν τώρα (ποτέ δεν είναι αργά) όσοι θα μείνουν στον Ολυμπιακό θα βοηθήσουν την ομάδα να πάει μπροστά. Εξαιρώ τον Θοδωρή Παπαλουκά, που είναι ανάλογης φιλοσοφίας. Ο Τσίλντρες είναι της Αμερικάνικης σχολής του Στάνφορντ που λέει ότι: “Έρχομαι στη δουλειά νωρίς, φεύγω αργά και όσο είμαι εκεί είμαι συγκεντρωμένος. Δεν γκρινιάζω, δεν αντιμιλώ και πάνω απ’ όλα σέβομαι. Κι αν νιώθω ότι έχω αδυναμίες φροντίζω να δουλέψω περισσότερες ώρες με στόχο να τις εξαλείψω. Στο τέλος της μέρας είμαι εγώ υπεύθυνος για την μοίρα μου και κανένας άλλος. Είτε παίζω μπάσκετ, είτε δουλέυω σε κάποιο γραφείο 9 με 5″. Ούτε ν’ αντιμιλήσει στον προπονητή, ούτε να κάνει σχέδια όταν γινοταν αλλαγή, ούτε να την πει στον συμπαίκτη του, ούτε να πουλήσει εκδούλευση στην εξέδρα. Οι Αμερικάνοι αυτό το αποκαλούν “pure professionalism”.
Γι’ αυτό δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση όταν στην τηλέφωνική κουβέντα που είχα μαζί του τα ξημερώματα, για τη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο Sport24.gr, δεν έψαξε να βρει δικαιολογίες για την κατάληξη της φετινής χρονιάς. Ούτε για την εικόνα της ομάδας. Είπε αλήθειες σχετικά με το 3ο ματς της σειράς των τελικών, όπου ο Ολυμπιακός προηγήθηκε με 14 πόντους. Θα μπορούσε να τα ρίξει όλα στους διαιτητές και να καθαρίσει όμως είπε: “Τα τρία πράγματα που μας σκότωσαν σ’ εκείνο το ματς ήταν το ότι ενώ είχαμε τον έλεγχο και είμαστε μπροστά δεν κάναμε ούτε ένα καλό σουτ. Επιθετικά είμαστε χάλια. Δεν ξέρω αν αυτό είχε να κάνει με τα συστήματα που παίζαμε ή απλά μ’ εμάς τους παίκτες, αλλά γενικώς στο διάστημα αυτό είμαστε χάλια. Πρώτο αυτό. Δεύτερον επειδή είμαστε τόσο κακοί σε αυτό το διάστημα, τους δώσαμε την ευκαιρία να βγουν στον αιφνιδιασμό. Να τρέξουν. Τρίτον, ένιωσα ότι μαζί με αυτά τα δύο γεγονότα οι διαιτητές πήραν πάνω τους τον έλεγχο του αγώνα. Ακόμα όμως και με τους διαιτητές να ελέγχουν τον αγώνα, αν εμείς εκτελούσαμε στην επίθεση και παίζαμε με σχέδιο, θα είχαμε νικήσει. Δεν θέλω να ρίξω την ευθύνη στους διαιτητές, γιατί το ματς το χάσαμε εμείς. Όμως από την άλλη δεν μπορώ να πω ότι οι διαιτητές δεν είχαν επιρροή στην εξέλιξή του”.
Παραδέχθηκε, επίσης, ότι από ένα σημείο και μετά η ομάδα είχε χάσει την επαφή με τον Παναγιώτη Γιαννάκη με αποτέλεσμα ο καθένας να κάνει ό,τι γουστάρει στο παιχνίδι. Κάπως έτσι ερμήνευσα αυτά τα λεγόμενά του: “Οι παίκτες πιστεύουν κάτι και ο προπονητής κάτι άλλο. Αν όμως αρκετοί παίκτες νιώθουν κάπως, θα παίξουν όπως νομίζουν, εκτός κι αν υπάρξει δημιουργική συζήτηση για να λυθούν τα θέματα”.
Τον πείραξε και τον στενοχώρησε που δεν του είπαν ευθέως από τον Ολυμπιακό ότι δεν τον θέλουν, προτιμώντας να το κάνουν διά της τεθλασμένης. Θεωρούσε ότι άξιζε την ειλικρινή αντιμετώπιση πολύ απλά επειδή όχι μόνο έδωσε τα πάντα, αλλά και γιατί έκανε κάτι για τον Ολυμπιακό που ουδείς άλλος το έχει πράξει. Με τον πατέρα του νεκρό στις ΗΠΑ, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του έκατσε για να παίξει στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης. Είχε όμως μόνο καλές κουβέντες για όλους και πάνω απ’ όλους τους συμπαίκτες του: “Θέλω να ευχαριστήσω τους πάντες στη διοίκηση και στην ομάδα του Ολυμπιακού. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους φιλάθλους και όλους όσους με βοήθησαν να νιώσω άνετα όσο έμεινα στην Ελλάδα. Που μ’ έκαναν να νιώσω σαν στο σπίτι μου. Θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς όλους τους συμπαίκτες που είχα. Χωρίς αυτούς δεν θα είχα καταφέρει τίποτε. Γενικώς οι ευχαριστίες μου πάνε σε όλους όσους με βοήθησαν και με υποστήριξαν για να μου μείνουν αυτά τα δύο χρόνια αξέχαστα. Η Ελλάδα και ο Ολυμπιακός βρίσκονται σε ξεχωριστό μέρος της καρδιάς μου”.
Σε καμία περίπτωση δεν άξιζε 7.000.000 δολάρια το χρόνο. Αφού όμως του τα έδωσαν έπρεπε να τα πάρει. Και δεν ξέρω αν συμφωνείτε μαζί μου, αλλά κατατάσσω τον Τσίλντρες στους τρεις καλύτερους σμολ φόργουορντ που φόρεσαν ποτέ την “ερυθρόλευκη” φανέλα, μαζί με τον Ζάρκο Πάσπαλι και τον Έντι Τζόνσον. Οι επόμενοι που θα έρθουν θα έχουν να γεμίσουν πολύ μεγάλα παπούτσια.
Νίκος Παπαϊωάννου

