Εναντίον της Ξάνθης ο Ολυμπιακός συμπλήρωσε μια πεντάδα αγώνων με τέσσερις νίκες στο γκολ και μια ισοπαλία. Είναι αυτό ακριβώς που λέμε «παιχνίδι με τη φωτιά». Σε θεωρητική βάση αποδεικνύεται ότι κανένα ματς δεν είναι εύκολο, αλλά επίσης γίνεται φανερό ότι η ομάδα δυσκολεύεται τον τελευταίο καιρό να φτάνει σε καθαρές νίκες, δίχως άγχη και αμφιβολίες.
Κι όμως, αυτός ο αγώνας έμοιαζε στο ξεκίνημά του με επιστροφή στα πάρτι. Δύο γκολ στο εικοσάλεπτο, ξέφρενος ρυθμός, πολλές ευκαιρίες. Για να ξενερώσει όλη η ομάδα με το γκολ του Ζουέλα, πάλι από στημένο που εξελίσσεται στον μεγαλύτερο αμυντικό βραχνά του φετινού Ολυμπιακού και θέλει πολλή δουλειά στο Ρέντη.
Από το γκολ του Ζουέλα κι έπειτα, υπήρξαν στιγμές για να ανοίξει το σκορ (με το άχαστο του Ντιόγκο στο 39 και το χαμένο πέναλτι του Γκαλέτι) και να αποφευχθεί το σύνηθες πλέον σφίξιμο μέχρι το φινάλε. Η αλήθεια είναι ότι η Ξάνθη δεν απείλησε ιδιαίτερα, η άμυνα του Ολυμπιακού παρείχε σχετική ασφάλεια, ωστόσο κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι δεν θα γινόταν η στραβή. Θυμίζω την περίπτωση με τον Τζιωρτζόπουλο στη φάση αμέσως μετά το χαμένο πέναλτι, με τον αμυντικό της Ξάνθης να βρίσκεται ανενόχλητος στην περιοχή και απλώς να σεντράρει άσχημα. Όπως και τη φάση στο τέλος, με την έξοδο του Νικοπολίδη στον Σουάνη, έστω κι αν ο Γερμανάκος δεν είδε το φάουλ υπέρ του Αντώνη. Είναι κρίμα ο Ολυμπιακός να ρισκάρει τέτοιου είδους παιχνίδια και να τα μετατρέπει από ρομάντζα σε θρίλερ.
Η ομάδα διατήρησε το απόλυτο στο Καραϊσκάκη, τη διαφορά από τους από κάτω και την ηρεμία της. Πρέπει, όμως, να ψάξει και πάλι τον ρυθμό της γιατί τον χρειάζεται στον μακρύ δρόμο που έχει ακόμη η σεζόν. Το ριψοκίνδυνο μπορεί να γίνει… επικίνδυνο. Και δε λέει…
Χρήστος Μεγγλίδης

